Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Ελευθερία

 Υπάρχουν τέσσερις έσχατες έγνοιες, τέσσερα θεμελιώδη δεδομένα της ύπαρξης, τα οποία όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι μαζί τους, προκαλούν βαθύτατο άγχος. Αυτά είναι: ο θάνατος, η απομόνωση, η έλλειψη νοήματος, η ελευθερία.
Αυτό που συνδέει την "ελευθερία" με το άγχος δεν είναι διαισθητικά προφανές, γιατί με την πρώτη ματιά η "ελευθερία" φαίνεται να περιέχει μόνο θετικές συνυποδηλώσεις. Άλλωστε ολόκληρη η πορεία του δυτικού πολιτισμού δεν καθορίστηκε απο τη λαχτάρα και τους αγώνες για πολιτική ελευθερία; Κι όμως η ελευθερία έχει μια σκοτεινή πλευρά. Αν τη δεί κανείς απο την άποψη της αυτοδημιουργίας, της επιλογής, της βούλησης και της δράσης, η ελευθερία είναι ψυχολογικά σύνθετη και διαποτισμένη με άγχος.
Είμαστε υπεύθυνοι για τον εαυτό μας, με τη βαθύτερη έννοια του όρου. Όπως το διατύπωσε ο Σάρτρ, είμαστε οι δημιουργοί του εαυτού μας. Μέσα απο τις συσσωρευμένες επιλογές, τις πράξεις και τις αποτυχίες μας να δράσουμε, σχεδιάζουμε τελικά τον εαυτό μας. Δεν μπορούμε ν' αποφύγουμε αυτή την ευθύνη, αυτή την ελευθερία. Με τα λόγια του Σάρτρ, "είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία".
Η ελευθερία, μας πηγαίνει ακόμα βαθύτερα απο το ατομικό σχέδιο ζωής μας. Πάνε περισσότεροι απο δύο αιώνες που ο Κant μας δίδαξε ότι έχουμε την ευθύνη να δώσουμε μορφή και νόημα όχι μόνο στον εσωτερικό αλλά και στον εξωτερικό κόσμο. Ερχόμαστε σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο μόνο όπως τον επεξεργάζεται ο νευρολογικός και ο ψυχολογικός μας εξοπλισμός. Η πραγματικότητα δεν είναι καθόλου όπως τη φανταζόμασταν στην παιδική μας ηλικία - δεν μπαίνουμε σε (ούτε στο τέλος εγκαταλείπουμε) έναν καλά δομημένο κόσμο. Αντίθετα, εμείς παίζουμε τον κεντρικό ρόλο στην κατασκευή αυτού του κόσμου - και τον κατασκευάζουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να δείχνει πως υπάρχει ανεξάρτητα απο μας.
Και ποιά είναι η σχέση της σκοτεινής πλευράς της ελευθερίας με το άγχος και με την κλινική μας δουλειά; Μπορούμε να βρούμε μια απάντηση αν κοιτάξουμε κάτω απο τα πόδια μας. Αν εμείς είμαστε οι πρωταρχικοί κατασκευαστές του κόσμου, τότε απο κάτω μας υπάρχει πουθενά στέρεο έδαφος; Τί υπάρχει απο κάτω μας; Το τίποτα, das Nichts, όπως το έλεγαν οι Γερμανοί υπαρξιστές φιλόσοφοι. Το χάσμα, η άβυσσος της ελευθερίας. Και η συνειδητοποίηση αυτού του τίποτα που βρίσκεται στην καρδιά της ύπαρξης φέρνει το βαθύ άγχος.
Γι' αυτό, παρόλο που η λέξη ελευθερία είναι απούσα απο τις θεραπευτικές συνεδρίες κι απο τα εγχειρίδια ψυχοθεραπείας, τα παράγωγά της - η ευθύνη, η βούληση, η επιθυμία, η απόφαση - είναι περίοπτοι θαμώνες κάθε ψυχοθεραπευτικής απόπειρας.


Απο το βιβλίο του I.Yalom, "Το δώρο της ψυχοθεραπείας"

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Μιλήστε για το θάνατο

Ο φόβος του θανάτου υπάρχει πάντα κάτω απο την επιφάνεια. Μας κυνηγάει σ'όλη μας τη ζωή κι εμείς χτίζουμε άμυνες - πολλές απο τις οποίες βασίζονται στην άρνηση - για να μπορέσουμε να χειριστούμε την επίγνωση του θανάτου. Δεν μπορούμε όμως να τον βγάλουμε απ' το μυαλό μας. Ξεχύνεται στις φαντασιώσεις και στα όνειρά μας. Ξεσπάει σε κάθε εφιάλτη μας. Όταν ήμασταν παιδιά μας απασχολούσε ο θάνατος, κι ένας απο τους μείζονες αναπτυξιακούς μας στόχους ήταν ν' αντιμετωπίσουμε το φόβο της ανυπαρξίας.
Ο θάνατος επισκέπτεται κάθε ψυχοθεραπεία. Αν αγνοήσουμε την παρουσία του, δίνουμε το μήνυμα πως παραείναι τρομακτικός για να συζητηθεί. Κι όμως οι περισσότεροι θεραπευτές αποφεύγουν να συζητήσουν ευθέως το θέμα του θανάτου. Γιατί; Μερικοί το αποφεύγουν γιατί δεν ξέρουν τί να το κάνουν. "Τί νόημα έχει;" λένε. "Ας επιστρέψουμε στη νευρωτική διαδικασία, που είναι κάτι για το οποίο μπορούμε να κάνουμε πράγματα". Άλλοι θεραπευτές αμφισβητούν τη σχέση που έχει ο θάνατος με τη θεραπευτική διαδικασία κι ακολουθούν τη συμβουλή του μεγάλου Adolph Meyer, που συμβούλευε "να μην ξύνεις εκεί που δεν σε τρώει". Άλλοι, τέλος, αρνούνται να εισαγάγουν ένα θέμα που προκαλεί μεγάλο άγχος σ' έναν ήδη αγχώδη ασθενή (και στον θεραπευτή επίσης).
Είναι πολλοί όμως οι λόγοι για τους οποίους θα έπρεπε να θίγουμε το θέμα του θανάτου στην πορεία της θεραπείας. Πρώτα έχετε στο νού σας ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια βαθιά και περιεκτική εξερεύνηση της πορείας και του νοήματος της ζωής ενός ανθρώπου. Δεδομένου ότι ο θάνατος κατέχει τόσο κεντρική θέση στην ύπαρξή μας, δεδομένου ότι ζωή και θάνατος αλληλοεξαρτώνται, πώς είναι δυνατόν να τον αγνοήσουμε; Οι άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει απ΄το ξεκίνημα της καταγεγραμμένης σκέψης πως όλα ξεθωριάζουν και σβήνουν, πως φοβόμαστε αυτό το σβήσιμο, και πως πρέπει να βρούμε τρόπο να ζήσουμε, παρά το φόβο και παρά το σβήσιμο. Οι ψυχοθεραπευτές δεν έχουν δικαίωμα ν' αγνοήσουν όλους εκείνους τους μεγάλους στοχαστές, οι οποίοι κατέληξαν στο συμπέρασμα πως για να μάθεις να ζεις καλά πρέπει να μάθεις να πεθαίνεις καλά.


Απο το βιβλίο του I.Yalom "To δώρο της ψυχοθεραπείας".

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Πριν τη γέννηση

"Τίποτε δεν ασκεί μεγαλύτερη ψυχολογική επίδραση πάνω στο ανθρώπινο περιβάλλον και ειδικά πάνω στα παιδιά, απο τη ζωή που δεν έζησαν οι γονείς".

(Κ.Γιούνγκ, 1929)

Για άλλη μια φορά, στο πλαίσιο της ζωής που δεν έζησαν οι γονείς, ο Γιούνγκ καταρρίπτει, ή τουλάχιστον τοποθετεί στις πολύ ανθρώπινες διαστάσεις του, το μύθο σύμφωνα με τον οποίο οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να θυσιάζονται για τα παιδιά τους. "Όταν παραμελούμε τη δική μας ευτυχία χάριν της ευτυχίας των παιδιών μας", επισημαίνει ο Γιούνγκ στην τελευταία συνεδρίαση του σεμιναρίου του πάνω στο Τάδε έφη Ζαρατρούστρα του Νίτσε, "αφήνουμε στα παιδιά μια κακή κληρονομιά, μια κάκιστη εντύπωση για το παρελθόν".
Και πραγματικά, ποιά εικόνα προσφέρουν στα παιδιά τους οι γονείς που βασανίζουν τον εαυτό τους χάριν της προοπτικής της δικής τους ευτυχίας, αν όχι την εικόνα μιας τυρρανισμένης ζωής; Όταν μας απασχολεί υπερβολικά η ευτυχία των παιδιών μας, συνεχίζει ο Γιούνγκ, διαπράττουμε ένα διπλό σοβαρότατο σφάλμα, γιατί, αφού εμείς ως γονείς δεν ξέρουμε να προσφέρουμε ευτυχία στον εαυτό μας, ούτε τα παιδιά θα μάθουν τη δύσκολη αυτή τέχνη. Επιπλέον, αυτή η στάση των γονιών δημιουργεί το επιπρόσθετο ψυχολογικό σφάλμα της μετάθεσης της ευτυχίας, του υποβιβασμού της σε ένα είδος κληρονομιάς που τη φυλάνε για το μέλλον: οι ίδιοι μπορεί να μην είναι ευτυχισμένοι, σκέφτονται οι γονείς, αλλά τουλάχιστον θα ευτυχήσουν τα παιδιά τους. Στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αυτά τα παιδιά, όταν με τη σειρά τους γίνουν γονείς, θα επαναλάβουν την ίδια ακριβώς πολιτική της μετάθεσης της ευτυχίας. Όπως είπε ο Γιούνγκ, το σημαντικό είναι να αγαπήσουμε τον εαυτό μας εδώ και τώρα. Μόνον όταν οι γονείς είναι ικανοί να αγαπήσουν τον εαυτό τους εδώ και τώρα, θα μάθουν και τα παιδιά τους να κάνουν το ίδιο.

"Αν οι γονείς μπορούν να φροντίζουν τον εαυτό τους, θα μπορέσουν και τα παιδιά τους".

(Γιούνγκ, 1934 -39).

Αντί να λένε, όπως συνήθως συμβαίνει, "το κάνω για τα παιδιά", συνεχίζει ο Γιούνγκ, οι γονείς θα πρέπει να κάνουν για τον εαυτό τους - να αναζητούν την ευτυχία για τον εαυτό τους, να θυσιάζουν τον εαυτό τους για τον εαυτό τους, να βασανίζουν τον εαυτό τους για τον εαυτό τους - , κι αυτό να το κάνουν εδώ και τώρα. Μεταθέτοντας την ευτυχία υπέρ του μέλλοντος των παιδιών τους, οι γονείς εγκαταλείπουν κάτι που δεν είχαν το κουράγιο να κάνουν για τη ζωής τους, αλλά κι αφήνουν "κάτι λιγότερο απο το τίποτε στα παιδιά τους, αφήνουν ένα κακό παράδειγμα". Έτσι η ζωή που δεν βιώθηκε, ακόμη και εν ονόματι της θυσίας για τα παιδιά, ισοδυναμεί με πραγματική προδοσία της ζωής αυτών των παιδιών.

Απο το βιβλίο του A.Carotenuto "Αγάπη και προδοσία".

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Ανθοϊάματα Μπαχ

Τα ανθοϊάματα Μπάχ ανήκουν στην κατηγορία των εναλλακτικών θεραπειών και έγιναν γνωστά απο τον γιατρό Edward Bach που τα ανακάλυψε και τους έδωσε το όνομά του. Χωρίζονται σε επτά ομάδες, κάθε μια απο τις οποίες αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασιακή κατάσταση και στόχο έχουν την μετουσίωση μιας αρνητικής έκφρασης του ιδιοσυγκρασιακού "σχήματος", σε θετική.
Π.χ Αρνητική έκφραση "ιδιοσυγκρασιακού σχήματος" : Φόβος, ντροπαλότητα, ανησυχία
       Θετική έκφραση "ιδιοσυγκρασιακού σχήματος" : Θάρρος, άνεση, τόλμη.
Έτσι λοιπόν, οι επτά ομάδες των ανθοϊαμάτων αναφέρονται στα εξής ιδιοσυγκρασιακά σχήματα:
  1. Φόβο,
  2. Αβεβαιότητα,
  3. Έλλειψη ενδιαφέροντος για το παρόν,
  4. Μοναξιά,
  5. Υπερευαισθησία,
  6. Απόγνωση και απελπισία,
  7. Υπερβολική φροντίδα των άλλων.
Ο τρόπος που βοηθούν τα ανθοϊάματα είναι βαθύτερα ενεργειακός και σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με τα φαρμακευτικά σκευάσματα που χορηγούνται σε περιπτώσεις κατάθλιψης, ψύχωσης ή και διαταραχών άγχους. Στόχος τους είναι, όχι να εξαλείψουν το σύμπτωμα, αλλά να αντιμετωπίσουν τα ιδιοσυγκρασιακά σχήματα που κουβαλάει το άτομο και που τις περισσότερες φορές διαιωνίζονται, εγκλωβίζοντάς το σε έναν φαύλο κύκλο απρόσφορων συμπεριφορών.
Τα ανθοϊάματα, με την μακροχρόνια χρήση τους, καταφέρνουν, είτε να "μαλακώσουν" κάποια σχήματα, είτε να τα φέρουν στην επιφάνεια και έτσι να βοηθήσουν το άτομο να γίνει πιο συνειδητό απέναντι στις αιτίες που το ωθούν να αναπαράγει συγκεκριμένες αναποτελεσματικές συμπεριφορές.
Η εμπειρία δείχνει, ότι καλύτερα αποτελέσματα μπορεί να προκύψουν με ταυτόχρονη εφαρμογή ψυχοθεραπείας και χρήσης ανθοϊαμάτων και αυτό γιατί η ατομική ψυχοθεραπεία, βοηθά στην επιλογή των καταλληλότερων ανθοϊαμάτων για το άτομο, αφού μέσα απ' αυτήν προκύπτουν σιγά σιγά τα σχήματα που αναπαράγει ο άνθρωπος και που αποτελούν εμπόδιο στην εξέλιξή του ως προσωπικότητα.
Τα ανθοϊάματα είναι απολύτως ασφαλή, αφού δεν περιέχουν χημικά συστατικά και μπορούν να χορηγούνται τόσο σε ενήλικες, όσο και σε παιδιά.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Ο εσωτερικός φάρος

Ο άνθρωπος που χτυπάει την πόρτα του ψυχολόγου και ζητάει βοήθεια, πολλές φορές βασανίζεται απο ενοχές. Η ικανότητα του ψυχολόγου τότε συνίσταται στο να δώσει τη σωστή προοπτική στις πράξεις, τις φαντασίες και τις σκέψεις του. Να δώσει, δηλαδή, άλλο νόημα στα γεγονότα, να τον βοηθήσει να καταλάβει. Διότι αλλιώς φαίνονται τα πράγματα όταν τα παρατηρούμε με βάση το συλλογικό κριτήριο, οπότε εμφανίζονται μόνο τα σφάλματα, κι αλλιώς όταν τα παρατηρούμε με το προσωπικό κριτήριο, οπότε το νόημα αλλάζει και το στρεβλό επαναξιολογείται. Η ικανότητα έγκειται, επομένως, στο να κοιτάμε τα προβλήματα απο τη σωστή σκοπιά. Παράλληλα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι σταυροί που κουβαλάνε οι άνθρωποι είναι ανάλογοι με τη δύναμή τους. Οι αδύναμοι, λοιπόν, οι μαλθακοί και άνοστοι έρχονται αντιμέτωποι με μικρά προβλήματα, ανάλογα των αποθεμάτων τους, ενώ οι δυνατοί, οι άνθρωποι με χαρισματική προσωπικότητα σηκώνουν στους ώμους το βάρος σιδερένιου σταυρού. Να παρατηρήσουμε επίσης ότι όσο βαρύτερη είναι η ποινή τόσο μεγαλύτερη είναι και η ικανοποίηση για την επιτυχή αποπεράτωσή της. Και σ' αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να προκύψει βοήθεια. Εκεί που τα πράγματα διαγράφονται σκοτεινά, τραγικά, δίχως ίχνος ελπίδας, ξαφνικά ξεπροβάλει το φως. Μέσα στο απόλυτο μαύρο το φως διακρίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια, μέσα στο πυκνό σκοτάδι η μικρή φλόγα της ελπίδας, της καινούριας δύναμης και της αναγέννησης λάμπει περισσότερο.
Αυτό σημαίνει ότι τη στιγμή που η απόγνωση κορυφώνεται γεννιέται η ελπίδα, τη στιγμή που το σκοτάδι πυκνώνει ξεπροβάλει το φως και μαζί μ' αυτό η βοήθεια που χρειαζόμαστε για να βγούμε απο το αδιέξοδο. Εδώ θα προσθέσουμε ότι όσο μεγαλύτερη η απελπισία μας τόσο περισσότερο "αξίζουμε" τη βοήθεια που εισπράττουμε. Αυτό που έχει σημασία, δηλαδή, είναι να μπούμε στη δεινή θέση, διότι μετά σίγουρα θα μας συντρέξουν: όταν είναι να ανάψει ένα φως ανάβει και φωτίζει καλύτερα μέσα στο σκοτάδι.
Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι το φως που καταφέρνουμε κάποια στιγμή να διακρίνουμε προέρχεται απο εμάς τους ίδιους, είναι το δικό μας φως που σιγά σιγά μετατρέπεται σε εσωτερικό φάρο. Το πρώτο βήμα, δηλαδή, για να αντιμετωπίσουμε τον πόνο είναι να δούμε το φως που κρυφοκαίει μέσα στο σκοτάδι, να αρχίσουμε να ξεδιαλύνουμε ποιός είναι κάθε φορά ο στόχος μας.

Απο το βιβλίο του A. Carotenuto "Η ψυχή της γυναίκας"

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Το τούβλο μπούμερανγκ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας τύπος που τριγυρνούσε μ' ένα τούβλο στο χέρι. Είχε αποφασίσει ότι κάθε φορά  που θα τον ενοχλούσε κάποιος σε σημείο που να τον εξοργίζει, θα τον κοπανούσε με το τούβλο. Η μέθοδος ήταν λίγο παλαιολιθική, φαινόταν όμως αποτελεσματική - έτσι δεν είναι;
Μια φορά συναντήθηκε μ' ένα φίλο πολύ υπεροπτικό, που του μίλησε με κακό τρόπο. Πιστός στην απόφασή του, ο τύπος του πέταξε το τούβλο.
Δεν θυμάμαι αν τον πέτυχε ή όχι. Το θέμα, όμως, είναι ότι μετά έπρεπε να πάει να πάρει το τούβλο του και δεν το έβρισκε πουθενά. Στεναχωρήθηκε. Αποφάσισε τότε να βελτιώσει το "Σύστημα Αυτοπροστασίας με Τούβλο", όπως το είχε ονομάσει ο ίδιος. Έδεσε το τούβλο σ' ένα σπάγκο που είχε μήκος ένα μέτρο και βγήκε έξω. Έτσι, το τούβλο δεν θα απομακρυνόταν πολύ. Διαπίστωσε, όμως, ότι και η νέα του μέθοδος είχε προβλήματα. Απο τη μία, το άτομο που γινόταν δέκτης της επιθετικότητάς του έπρεπε να βρίσκεται σε απόσταση βολής μικρότερη του ενός μέτρου, και απο την άλλη, μόλις πετούσε το τούβλο έπρεπε να κάνει τον κόπο να τραβήξει αμέσως το σχοινί. Εξάλλου, ο σπάγκος έμπλεκε και κουβαριαζόταν και η κατάσταση δυσκόλευε.
Τότε, ο άνθρωπος εκείνος επινόησε το "Σύστημα Τούβλο ΙΙΙ". Πρωταγωνιστούσε και πάλι το ίδιο τούβλο, όμως, στο νέο σύστημα ο σπάγκος διέθετε ελατήριο. Τώρα μπορούσε να εκτοξεύσει το τούβλο πολλές φορές και να γυρνάει πίσω μόνο του, σκέφτηκε ο τύπος.
Όταν βγήκε στο δρόμο και δέχτηκε την πρώτη επίθεση, πέταξε το τούβλο. Δεν πέτυχε το στόχο του γιατί το τούβλο, με τη δύναμη του ελατηρίου, γύρισε πίσω και κοπάνησε τον ίδιο κατακέφαλα.
Ξαναπροσπάθησε, αλλά έφαγε άλλη μια με το τούβλο στο κεφάλι γιατί δεν είχε υπολογίσει καλά την απόσταση.
Την τρίτη φορά την έφαγε γιατί δεν το εκτόξευσε την κατάλληλη στιγμή.
Η τέταρτη φορά ήταν λίγο ιδιόμορφη γιατί, παρότι είχε αποφασίσει να κοπανήσει με το τούβλο το υποψήφιο θύμα του, ήθελε ταυτόχρονα και να το προστατεύσει απο το χτύπημα, κι έτσι το τούβλο κατέληξε πάλι στο δικό του κεφάλι.
Του έκανε ένα τεράστιο καρούμπαλο.
Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε γιατί δεν ξαναεπιχείρησε να χτυπήσει άλλον με το τούβλο, κι αν έφταιγαν τα χτυπήματα ή είχε συμβεί κάποια μεταστροφή στην ψυχολογία του.
Όλα τα χτυπήματα είχαν στραφεί εναντίον του.
"Ο μηχανισμός αυτός λέγεται ανάδραση: Σημαίνει ότι προστατεύουμε τους άλλους απο τη δική μας επιθετικότητα. Κάθε φορά που το κάνουμε αυτό, η επιθετική και βίαιη ενέργειά μας συγκρατείται προτού φτάσει στον άλλον απο ένα φράγμα που τοποθετούμε εμείς οι ίδιοι. Κι όλος ο θυμός, όλη η κακοκεφιά, όλη αυτή η επιθετικότητα στρέφεται εναντίον του ευαυτού μας, άλλοτε μέσω πραγματικών πράξεων αυτοτιμωρίας (αυτοτραυματισμοί, υπερβολές στο φαγητό, ναρκωτικά, ανώφελη έκθεση σε κινδύνους) κι άλλοτε μέσω κρυμμένων συγκινήσεων ή συναισθημάτων (κατάθλιψη, ενοχές, ψυχοσωματικά προβλήματα).
Είναι πολύ πιθανό ένας "πεφωτισμένος" ουτοπικός άνθρωπος, ευφυής και ακέραιος, να μην οργιζόταν ποτέ. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να μη θυμώναμε ποτέ. Ωστόσο, κάθε φορά που νιώθουμε οργή, λύσσα, τσαντίλα, ο μόνος τρόπος να γλιτώσουμε είναι να τη βγάλουμε απο πάνω μας μετατρέποντάς τη σε δράση. Σε αντίθετη περίπτωση, το μόνο που θα καταφέρουμε, αργά ή γρήγορα, θα είναι να εξοργιστούμε με τον εαυτό μας.

Απο το βιβλίο του J.Boucay -"Να σου πω μια ιστορία"

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Τα παιδιά ήταν μόνα

Η μητέρα τους είχε φύγει απο νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρόνων, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα.
Απο τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει απο τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε απο την πόλη.
Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούριο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.
Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και νά' χει, ήταν μόνο έξι χρονών, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρεί.
Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση  ή σε κάποιο απο τα φώτα του σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα - το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ' την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απο το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν' ανοίξει την πόρτα, αλλλά δεν τα κατάφερε.
Όπως και νά' χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.
Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. Έτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή.
Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του απο κει μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και - ακόμα και αν τα κατάφερνε - θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.
Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:
Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;
Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;
Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει απο το δέντρο;
Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του;
Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:
"Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος.....Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε."

Απο το βιβλίο του J.Bucay "Ιστορίες να σκεφτείς"

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Σοπενάουερ - Αυτό που είναι ο άνθρωπος, αυτό που κατέχει ο άνθρωπος, αυτό που αντιπροσωπεύει ο άνθρωπος

Ποιός απο μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τί σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.
Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι. Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ' όλα αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε απο ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.
  1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είναι απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας - μας κατέχουν εκείνα.
  2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: "Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει απο την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων...πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ' τη σάρκα μας". Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες. Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν' αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται απο μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τί νομίζουν οι άλλοι, ή , ακόμα χειρότερα, στο τί φαίνεται να νομίζουν - γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τί σκέφτονται πραγματικά.
  3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μιά καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο απο μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει απο τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Απο το βιβλίο του I.Yalom "Στον κήπο του Επίκουρου"

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Το Πένθος - (δ) Απο τα 12 μέχρι και την εφηβεία

Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου προκαλεί μια αληθινή εξέγερση, η οποία προσδίδει ακόμα δραματικότερη χροιά στην κλασσική ερώτηση του εφήβου: "Γιατί;". Κάποιοι έφηβοι εκφράζουν τα συναισθήματα αγάπης και μίσους που νιώθουν, κάποιοι άλλοι τα καταπνίγουν. Σε κάθε περίπτωση, η προσγείωση στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αυτής της περιόδου είναι η αυτοκτονία. Το πένθος μπορεί να γίνει για τον έφηβο η "σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι", οδηγώντας τον στην αποτίναξη των δοκιμασιών της ζωής. Το φλέρτ με τα ναρκωτικά και τον κίνδυνο απαιτεί άγρυπνη παρακολούθηση.
Το εφηβικό πένθος, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Ο φόβος που νιώθουν οι μελλοντικοί ενήλικες, σε συνδυασμό  με την συχνή ατίθαση συμπεριφορά τους, δημιούργησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, την εντύπωση ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο των συναισθημάτων τους. Μεγάλο σφάλμα. Απλώς, ο νέος καταφεύγει, συχνά, στην άρνηση, και μέσω αυτής, μπλοκάρει τη διεργασία του πένθους.
Τί είναι λοιπόν η εφηβεία; Πρόκειται για μια μεταβατική περίοδο βιοψυχολογικών αλλαγών, κατά την οποία το παιδί εγκαταλείπει, σταδιακά, τη μαγική σκέψη και το αίσθημα ότι είναι παντοδύναμο. Είναι, επίσης, η περίοδος κατά την οποία ταυτίζεται έντονα με τους συνομηλίκους του, ενώ, ταυτόχρονα, αναζητά την αυτονομία του (εκκεντρικότητα, ακατανόητη εφηβική συμπεριφορά). Ο φόβος μήπως τον απορρίψουν οι φίλοι του, και το άγχος μήπως προδοθεί στους γονείς του, τον ωθούν να κλειστεί στον εαυτό του και να αρνηθεί κάθε ευαισθησία του. Η άρνηση της ευαισθησίας του συνοδεύεται απο μια συμπεριφορά επίδειξης δύναμης, η οποία δοκιμάζεται σκληρά μπροστά στις ανάγκες του γονέα, που πενθεί για το χαμό του συντρόφου του. Ο έφηβος μπορεί, τότε, να εγκλωβιστεί σ' ένα ρόλο "παρηγορητή" του γονέα, και να αποκρύψει τη δική του θλίψη.
Υπάρχουν, ακόμη, πολλές πιθανότητες να μεταθέσει τις δυσκολίες της διεργασίας του πένθους στα σύμφυτα με την εφηβεία προβλήματα. Κατά την περίοδο αυτή, οι σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές προκαλούν αναστάτωση στον έφηβο, ενώ δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο έντονος κοινωνικός προβληματισμός του. Για να μην αναφερθούμε στο κεφαλαιώδες θέμα της επαγγελματικής αποκατάστασης....
Οι έφηβοι λοιπόν, δεν αγνοούν τον θάνατο, απλώς, άλλοτε προσπαθούν να τον προσεγγίσουν, κι άλλοτε να τον απωθήσουν, ακριβώς γιατί γνωρίζουν ότι είναι δίπλα τους. Γι' αυτό το θέμα του θανάτου πρέπει να συζητιέται διεξοδικά με τους εφήβους. Αν, αντίθετα, επιχειρήσουμε να το θίξουμε επιφανειακά, μάλλον θα αντιμετωπίσουμε την ειρωνία τους για το ενδιαφέρον μας. Ο μόνος τρόπος να ανοίξουμε διάλογο με τους εφήβους είναι να είμαστε αυθεντικοί.

Απο το βιβλίο της
Marie - Frederique Bacque - Πένθος και υγεία

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Βιβλιογραφία

Alice Miller - Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ

Aldo Carotenuto - Αγάπη και προδοσία, εγκώμιο σχεδόν της προδοσίας.

Aldo Carotenuto - Έρως και πάθος, τα όρια της αγάπης και του πόνου.

Aldo Carotenuto - Η ψυχή της γυναίκας.

Carl Jung - Τα τέσσερα αρχέτυπα

D.Silove - V.Manicavasagar - Ξεπερνώντας τον πανικό

Elisabeth Kubler - Ross - Μαθήματα ζωής

Fritz Riemann - Τετραλογία του φόβου

Irvin Yalom - Στον κήπο του Επίκουρου

Irvin Yalom - Το δώρο της ψυχοθεραπείας

Ιrvin Yalom - Η μάνα και το νόημα της ζωής

Jack Dominian - Μαθήματα γάμου

Jorge Bucay - Βασίσου πάνω μου

Jorge Bucay - Ιστορίες να σκεφτείς

Jorge Bucay - Να βλέπεις στον έρωτα

Jorge Bucay - Να σου πω μια ιστορία

Jorge Bucay  - Απο την Άγνοια στη Σοφία

Helen Κennerley "Ξεπερνώντας το Άγχος"

Leo Buscaglia - Γεννημένοι για την αγάπη

Marie - Frederique Bacque - Πένθος και υγεία

Nicolas Hoffmann - Όταν το άγχος και οι ψυχαναγκασμοί περιορίζουν τη ζωή

Paul Gilbert - Ξεπερνώντας την κατάθλιψη

Ulrich Baer - Η σοφία του Ρίλκε




Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Το Πένθος - (γ) Στο παιδί 7 - 12 ετών

Το παιδί 7 - 9 Ετών

Αρχίζει να συλλαμβάνει τη μονιμότητα της απουσίας που συνεπάγεται ο θάνατος. Μπορεί, ακόμα, να εκδηλώσει το φόβο του θανάτου για τον εαυτό του ή για τα κοντινά του πρόσωπα. Όσο κι αν έχει εξοικειωθεί με το θάνατο, χάρη στην τηλεόραση, δεν φτάνει στο σημείο να συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να συμβεί και στη δική του οικογένεια. Το άγχος, λοιπόν, του φανταστικού θανάτου απέχει πολύ απο τον πραγματικό θάνατο.
Κατά τη διάρκεια του πένθους, το παιδί μπορεί να εκδηλώσει συμπτώματα κατάθλιψης και ενοχής. Είναι, επίσης, πιθανό, να κρύψει τον πόνο του πίσω απο προκλητικές ενέργειες, αν και είναι πιθανότερο να εκφράσει με σοβαρότητα τα συναισθήματά του.



Το παιδί 9 - 12 Ετών

Εμφανίζει δείγματα εκλογίκευσης, πολλές φορές ανησυχητικά: "Ο άνθρωπος γερνάει και πεθαίνει, αυτός είναι ο κύκλος της ζωής: Το σώμα σαπίζει και επιστρέφει στη γη, κι έπειτα, όλα ξαναρχίζουν...". Τα περισσότερα παιδιά, σ' αυτή την ηλικία, παρουσιάζουν ξεκάθαρους μηχανισμούς άμυνας απέναντι στο θάνατο. Οι προσπάθειες που καταβάλλουν στο σχολείο, τους επιτρέπουν να "μετουσιώνουν" τις συγκινήσεις τους και να δείχνουν ότι είναι δυνατά. Όμως, προσοχή: Εξαιτίας αυτών ακριβώς των προσπαθειών τους, τα παιδιά κινδυνεύουν να θεωρηθούν αναίσθητα απέναντι στο θάνατο ενός οικείου τους ανθρώπου, και να απομακρυνθούν απο τον ενήλικο πενθούντα, ο οποίος, άδικα, μπορεί να τα κατηγορήσει για υπέρμετρο εγωισμό.

Απο το βιβλίο της
Marie - Frederique Bacque - Πένθος και υγεία

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Το Πένθος - (β) Στο νήπιο 3 - 5 ετών

Η έννοια του θανάτου δεν έχει αφομοιωθεί απο τα παιδιά αυτής της ηλικίας. Ωστόσο, έχουν ήδη σχηματιστεί, κάποιες αόριστες εικόνες, όπως π.χ η ιδέα του παρατεταμένου ύπνου ή της καταστροφής (λουλούδια ή έντομα σε αποσύνθεση). Τα παιδιά κάνουν ερωτήσεις και ενδιαφέρονται για τις αλλαγές που υφίσταται το σώμα. Στην ηλικία αυτή, ρωτούν αν ο νεκρός τρώει, κοιμάται ή πονάει.
Διόλου περίεργο λοιπόν, όταν ένα τρίχρονο κοριτσάκι διατυπώνει, στη θέα του σκελετού ενός άντρα της προϊστορικής εποχής, την ακόλουθη απορία: "Ο κύριος κοιμάται;". Η ιδέα του παραδείσου και του ουρανού αρέσει στα παιδιά, ειδικά όταν φαντάζονται οτι κατοικείται απο γνωστά του οικογενειακά ή προγονικά πρόσωπα. Είναι σημαντικό να μην αμαυρωθεί η εικόνα αυτή απο μια ψυχρή ή τρομακτική θεώρηση, ή ακόμα απο το απόλυτο κενό. Μερικές φορές, οι γονείς κουράζονται απο την τόση αφέλεια των παιδιών τους. Ο θεραπευτής έχει χρέος να βοηθήσει τον πενθούντα που βρίσκεται πιο κοντά στο παιδί να αντεπεξέλθει σ' αυτή τη συζήτηση που οφείλεται στην υπερβολική αθωότητά του. Χωρίς να χρειάζονται, απαραιτήτως, πρόσθετες πληροφορίες για τον παράδεισο και όλους του αγίους του, είναι βασικό να εξασφαλίσουμε στο παιδί μια αναπαράσταση της μεταθανάτιας ζωής.
Τα παιδιά αυτής της ηλικίας, μπορούν να εκφράσουν την λύπη τους, αν οι μεγάλοι τους το επιτρέψουν. Και αυτή η λύπη τους δεν καταργεί το γέλιο και το παιχνίδι τους. Καταλαμβάνει το παιδί σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς καμιά προειδοποίηση. Είναι, ως εκ τούτου, πιθανό, να το δούμε να ξεσπάει, ξαφνικά σε κλάματα, και με την ίδια ευκολία, λίγο αργότερα, να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Είναι η στιγμή, που το παιδί θα εισαγάγει τον θάνατο στο παιχνίδι του: "Νόμιζες οτι πέθανα, έτσι δεν είναι;" θα ρωτήσει αφού έχει σωριαστεί στο πάτωμα. Μπροστά στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, τα παιδιά αντιμετωπίζουν τον θάνατο με αληθινά θεατρική διάθεση, και εναλλάσσοντας τους ρόλους, υποδύονται το ένα πρόσωπο μετά το άλλο.
Συχνά, περίοδοι υπερκινητικότητας εναλλάσσονται με περιόδους κατάπτωσης. Η υπερκινητικότητα είναι απαραίτητη για την εκτόνωση της μυικής έντασης που οφείλεται στην ματαίωση. Οι γονείς πρέπει να είναι ενήμεροι για την αλλαγή αυτή στο παιδί τους, το οποίο δεν είναι απλώς αναστατωμένο, αλλά παρουσιάζει, επιπλέον, διαταραχές στον βραδυνό του ύπνο, φοβάται το σκοτάδι και βλέπει φαντάσματα.
Το γεγονός ότι το παιδί μπορεί να μιλάει στο νεκρό, δεν είναι ανησυχητικό. Το παιδί αποκτά μια ιδιαίτερη σχέση με το νεκρό του, επιδιώκοντας την σταδιακή εσωτερίκευσή του. Ο Michel Hanus γράφει:
 "το παιδί έχει ανάγκη να διατηρήσει το νεκρό του παρόντα στη φαντασία του, με τρόπο ενεργητικό και μεγάλο χρονικό διάστημα, γενονός που προκαλεί ένα διχασμό του Εγώ, στους κόλπους του οποίου συνυπάρχουν δύο ψυχικές στάσεις. Η μία αναγνωρίζει την πραγματικότητα του θανάτου και υποτάσσεται σ' αυτήν, ενώ η άλλη την αρνείται. Η συγκεκριμένη στάση είναι εμφανής ακριβώς σ' αυτές τις συζητήσεις που κάνουν τα παιδιά με το νεκρό συγγενή τους, το βράδυ, πριν κοιμηθούν".
Η παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνεται απο τις αγγλοσαξωνικές μελέτες, που υποστηρίζουν ότι το παιδί που πενθεί δημιουργεί μια εσωτερική κατασκευή του νεκρού συγγενή του. Η εικόνα αυτή ακολουθεί, κυριολεκτικά, τα παιδιά στη μετέπειτα ζωή τους, και τα βοηθάει στην αντιμετώπιση της απώλειας.

Απο το βιβλίο της
Marie - Frederique Bacque - Πένθος και υγεία

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Το Πένθος -(α) Στο βρέφος

Το βρέφος δεν αντιλαμβάνεται την έννοια "θάνατος"¨. Είναι, όμως, ικανό να διαπιστώσει την απουσία και να διαισθανθεί τη θλίψη των γύρω του. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο τόνος και η ροή του λόγου μας επηρεάζονται όταν νιώθουμε θλιμμένοι. Οι κινήσεις, επίσης, γίνονται πιο αργές. Μια θλιμμένη μητέρα είναι περισσότερο αφηρημένη, αλλά και περισσότερο αγχωμένη. Ξεχνάει εύκολα, χάνει τη συνηθισμένη της διαύγεια, με συνέπεια είτε να εκνευρίζεται συχνότερα, είτε να περιποιείται μηχανικά το παιδί. Το μωρό θα αντιδράσει με τον τρόπο του: Με διαταραχές του ύπνου, ευερεθιστότητα, μεταβολές στην όρεξη, συναισθηματική απομάκρυνση, υπερβολική αναζήτηση επαφής ή αδιαφορία, και, σε σοβαρές περιπτώσεις, με σύνδρομο εγκατάλειψης και οργανικές διαταραχές.
Σύμφωνα με την Elisabeth Kubler - Ross, "ως την ηλικία των τριών ετών, η μόνη ανησυχία του παιδιού είναι ο αποχωρισμός". Περισσότερο, λοιπόν, απο το θάνατο, είναι η διάλυση της σχέσης που επηρεάζει το νήπιο, διάλυση που σχετίζεται με το πρόσωπο που του παρέχει φροντίδα και τρυφερότητα, δηλαδή, πρωτίστως τη μητέρα, και στη συνέχεια τον πατέρα. Οι πενθούντες που περιστοιχίζουν το παιδί οφείλουν, λοιπόν, να γνωρίζουν ότι η απώλεια που νιώθει είναι, πάντοτε διπλή.
Αν το βρέφος χάσει τη μητέρα του, χάνει το άτομο που του προσφέρει αγάπη και στοργή, και, ταυτόχρονα, αντιλαμβάνεται την αλλαγή και την κατάθλιψη των άλλων γύρω του.
Αν, πάλι, χάσει τον πατέρα του, δεν χάνει, απλώς, ένα σημαντικότατο και αναντικατάστατο πρόσωπο του περιβάλλοντός του, αλλά, προσωρινά, χάνει και τη μητέρα του, η συμπεριφορά της οποίας έχει αλλάξει, λόγω του πένθους. Το παιδί θα ξαναβρεί τους φυσιολογικούς του ρυθμούς, μόνο όταν αποκατασταθούν η ασφάλεια και η σταθερότητα γύρω του.

Απο το βιβλίο της
Marie - Frederique Bacque - Πένθος και υγεία

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Θέλω

Θέλω  να με ακούς  χωρίς να με κρίνεις
Θέλω  τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές
Θέλω  να με εμπιστεύεσαι  χωρίς απαιτήσεις
Θέλω  τη βοήθειά σου, κι όχι ν’ αποφασίζεις  για μένα
Θέλω να με προσέχεις  χωρίς να μ’ ακυρώνεις
Θέλω να με κοιτάς  χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα
Θέλω να μ’ αγκαλιάζεις  χωρίς  να με κάνεις  να ασφυκτιώ
Θέλω  να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν
Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις
Θέλω να ξέρεις….πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…..

Απο το βιβλίο του J.Bucay - Ιστορίες να σκεφτείς
Χωρίς όρους.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Σχέσεις

Οι άνθρωποι που βιώνουν στενές συντροφικές σχέσεις συνήθως αντιμετωπίζουν τα ίδια ζητήματα αλλά αντίστροφα. Εάν ανήκετε στην μεγάλη κατηγορία των ανθρώπων που "παλεύουν" με την αγάπη , θα προσελκύσετε κάποιον που τα προβλήματά του θα είναι ακριβώς όπως το είδωλό σας στον καθρέφτη: ανάποδα. Εάν ο ένας απο τους δύο προσπαθεί να κυριαρχήσει στη σχέση, ο άλλος ίσως είναι παθητικός. Εάν ο ένας είναι εθισμένος, ο άλλος μπορεί να είναι ο "σωτήρας". Εάν το κοινό πρόβλημα είναι ο φόβος, ο ένας θα τον αντιμετωπίζει επιθετικά, πέφτοντας με αλεξίπτωτα πλαγιάς ή κάνοντας επικίνδυνες αναρριχήσεις, ενώ ο άλλος θα επιδιώκει να πατά γερά και με τα δύο του πόδια στο έδαφος, αποφεύγοντας ακόμη και το ασανσέρ. "Όμοιος αμοίω αεί πελάζει" , αλλά "αντίστροφα".
Κάποιος είχε δώσει κάποτε την εξής εξήγηση για το φαινόμενο αυτό: "Σε κάθε σχέση ο ένας κάνει τις πίτες και ο άλλος τις τρώει". Κατά κανόνα, όταν παρουσιάζεται ένα πρόβλημα ο ένας απο τους δύο επιδιώκει πιο δραστικές μεθόδους, θέλει να το βγάλει προς τα έξω, να μπει στο πρόβλημα και να το λύσει. Ο άλλος, όμως, προτιμά να το πλησιάσει με διαφορετικό τρόπο, να κάνει ένα βήμα πίσω, να σκεφτεί και να στοχαστεί πάνω σ' αυτό. Και οι δύο πιστεύουν ότι ο άλλος έχει πρόβλημα και σε κανέναν απο τους δύο δεν αρέσει ο τρόπος και οι χειρισμοί του άλλου. Όμως, υπό μια πολύ πραγματική έννοια, ο ένας είναι το τέλειο ταίρι για τον άλλον: η πιο άμεση δική της προσέγγιση στο πρόβλημα είναι αυτό που πατάει σ' εκείνον όλα του τα κουμπιά και η δική του "άρνηση" πατάει τα κουμπιά εκείνης.
Κινούμαστε πάντα με μία κατεύθυνση: να θεραπεύσουμε όλους τους πληγωμένους μας εσωτερικούς τόπους. Όμως, η πρόοδός μας δεν είναι πάντα προφανής ή ομαλή. Η αγάπη βοηθάει στην αυτοθεραπεία μας, φέρνοντας μπροστά μας τα αντίθετα. Εάν ζητήσουμε απο το σύμπαν να μας κάνει πιο τρυφερούς και στοργικούς ανθρώπους, εκείνη την ημέρα το πιθανότερο είναι να μη μας στείλει ανθρώπους γεμάτους αγάπη. Αντίθετα, αυτό που μάλλον θα μας δώσει είναι ανθρώπους που δύσκολα αγαπούν και αγαπιούνται. Παλεύοντας να ισορροπήσουμε με αυτούς τους ανθρώπους, έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε πώς να είμαστε πιο στοργικοί και τρυφεροί. Είναι κοινός τόπος ότι οι άνθρωποι εκείνοι με τους οποίους σχετιζόμαστε στενά, είναι αυτοί ακριβώς που βρίσκουν τα κουμπιά μας και τα πατάνε με μια σπάνια ευστοχία. Όση ματαίωση κι αν μας δίνουν, ίσως να είναι αυτοί ακριβώς που χρειαζόμαστε - οι "λάθος" άνθρωποι ίσως να είναι οι μεγαλύτεροί μας δάσκαλοι.
Μία δυνατή και πολύ ειλικρινής γυναίκα, η Jane, κοντά στο τέλος της ζωής της, μοιράστηκε μαζί μου το πόσο θύμα είχει κάποτε νιώσει απο έναν πατέρα αλκοολικό που την κακοποιούσε. "Και στη συνέχεια διάλεξα έναν άντρα που ήταν εξίσου βίαιος και αλκοολικός με τον πατέρα μου. Στο τέλος τον παράτησα. Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν, βλέπω τώρα ότι όσο επώδυνο κι αν ήταν, ο γάμος μου μαζί του ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Έπρεπε να γυρίσω πίσω και να αναβιώσω όλα εκείνα τα συναισθήματα που είχα από τα ταλαιπωρημένα μου παιδικά χρόνια. Είχα πολύ θεραπευτικό έργο να κάνω και ο γάμος εκείνος έφερνε όλα τα ζητήματα στην επιφάνεια. Τώρα μπορώ να νιώσω βαθιά ευγνωμοσύνη γι' αυτό".
Η αλήθεια ισχύει και για τα άτομα στη ζωή μας που δεν επιλέξαμε ποτέ, τις οικογένειές μας. Γονείς, αδέλφια και παιδιά, ειδικά στην εφηβεία τους, μπορούν να μας ταράξουν με έναν μοναδικό τρόπο. Οι σχέσεις αυτές, με τη δυσκολία που πολλές φορές έχουν, είναι εξαίρετοι δάσκαλοι μαθημάτων ζωής, ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να ξεκόψουμε τόσο εύκολα όσο απο τις σχέσεις με φίλους ή άλλους ανθρώπους που έχουμε επιλέξει. Συνήθως με την οικογένεια ο μόνος δρόμος είναι να βρούμε έναν τρόπο να τα "βρούμε". Ίσως ανακαλύψουμε ότι η λύση είναι απλά να τους αγαπήσουμε, ακριβώς έτσι όπως είναι.

Απο το βιβλίο της Elisabeth Kubler - Ross - Μαθήματα ζωής

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Η επίσκεψη της ζωής σου

Ήταν μια φορά ένας κύριος που έκανε ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγόρασε απο το αεροδρόμιο έναν οδηγό με τα κάστρα των νησιών. Κάποια είχαν συγκεκριμένες μέρες επισκέψεων και άλλα πολύ αυστηρό ωράριο. Αλλά, αυτό που του τράβηξε περισσότερο την προσοχή, ήταν ένα που παρουσιαζόταν με τη φράση: "Η επίσκεψη της ζωής σου". Στις φωτογραφίες τουλάχιστον, φαινόταν ένα κάστρο ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο εντυπωσιακό απο τα άλλα, αλλά είχε ιδιαίτερες συστάσεις....Ο οδηγός εξηγούσε πως, για λόγους που θα γίνονταν κατανοητοί αργότερα, οι επισκέπτες δεν πλήρωναν είσοδο εκ των προτέρων, αλλά ήταν απαραίτητο να κλείσουν απο πριν ραντεβού - δηλαδή μέρα και ώρα. Η διαφορετική αυτή πρόταση του είχε κινήσει την περιέργεια, και το ίδιο απόγευμα ο άνθρωπος τηλεφώνησε απο το ξενοδοχείο του κι έκλεισε ραντεβού.
Όλα λειτουργούν πάντα με τον ίδιο τρόπο στον κόσμο. Αρκεί να έχει κάποιος ένα σημαντικό ραντεβού κάποια συγκεκριμένη ώρα και ανάγκη να είναι ακριβής, για να μπερδευτούν όλα. Η περίπτωση αυτή δεν αποτέλεσε εξαίρεση, και δέκα λεπτά αργότερα απο τη συμφωνημένη ώρα, ο τουρίστας έφτασε στο παλάτι. Παρουσιάστηκε σ' έναν άντρα με καρό φούστα, που τον περίμενε και τον καλωσόρισε.
"Οι υπόλοιποι μπήκαν ήδη με τον ξεναγό;" ρώτησε, αφού δεν είδε κανέναν άλλο επισκέπτη.
"Οι υπόλοιποι;" ανταπέδωσε την ερώτηση ο άντρας.
"Όχι. Οι επισκέψεις είναι ατομικές και δεν προσφέρουμε ξεναγούς."
Χωρίς καμιά αναφορά στο ωράριο, του εξήγησε λίγο την ιστορία του κάστρου και του ανέφερε τί να προσέξει ιδιαιτέρως: τις τοιχογραφίες, τις πανοπλίες στη σοφίτα, τον πολεμικό εξοπλισμό στη βόρεια αίθουσα, τις κατακόμβες κάτω απο τη σκάλα και το δωμάτιο βασανιστηρίων στο μπουντρούμι. Αφού είπε αυτά, του έδωσε ένα κουτάλι και του ζήτησε να το κρατήσει οριζόντιο, με το κοίλο μέρος προς τα πάνω.
"Και αυτό τί;" ρώτησε ο επισκέπτης.
"Εμείς δεν εισπράττουμε την άδεια εισόδου στο κάστρο. Για να κοστολογήσουμε την επίσκεψή σας καταφεύγουμε σε αυτό το σύστημα. Κάθε επισκέπτης κρατάει ένα κουτάλι σαν αυτό, γεμάτο μέχρι πάνω με ψιλή άμμο. Εδώ χωράνε ακριβώς 100 γραμμάρια. Μετά την περιήγησή σας στο κάστρο, ζυγίζουμε την άμμο που έχει μείνει στο κουτάλι και σας χρεώνουμε μία λίβρα για κάθε γραμμάριο που έχετε χάσει....Ένας τρόπος για να βρούμε το κόστος της καθαριότητας" εξήγησε.
"Και αν δε χάσω ούτε ένα γραμμάριο;"
"Α!, αγαπητέ μου κύριε, τότε η επίσκεψή σας στο κάστρο θα είναι δωρεάν."
Ο άνθρωπος, αν και έκπληκτος, βρήκε την πρόταση διασκεδαστική και, αφού είδε τον οικοδεσπότη να ξεχειλίζει το κουτάλι με άμμο, ξεκίνησε την περιήγησή του. Έχοντας εμπιστοσύνη στις κινήσεις του, ανέβηκε πολύ αργά τις σκάλες με το βλέμμα καρφωμένο στο κουτάλι. Όταν έφτασε πάνω, στην αίθουσα με τις πανοπλίες, προτίμησε να μην μπει γιατί σκέφτηκε πως ο αέρας θα έπαιρνε την άμμο κι έτσι αποφάσισε να κατέβει προσεκτικά. Περνώντας απο την αίθουσα με τις πολεμικές μηχανές, κάτω απο τη σκάλα, συνειδητοποίησε πως, για να τις δει καλά, θα έπρεπε να κρατηθεί απο τα κάγκελα και να σκύψει πολύ. Δεν ήταν επικίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα, αλλά συνεπαγόταν πως θα έχανε κάτι απο το περιεχόμενο του κουταλιού, οπότε συμβιβάστηκε να τις κοιτάξει απο μακριά. Το ίδιο του συνέβη και με την υπερβολικά απότομη σκάλα που οδηγούσε στα μπουντρούμια. Καθώς επέστρεφε απο το διάδρομο στο σημείο εκκίνησης, κατευθύνθηκε ικανοποιημένος προς τον άνθρωπο με τη σκωτσέζικη φούστα που τον περίμενε με τη ζυγαριά. Εκεί, άδειασε το περιεχόμενο του κουταλιού και περίμενε την ετυμηγορία του άντρα.
"Εκπληκτικό, χάσατε μόνο μισό γραμμάριο" ανακοίνωσε, "σας συγχαίρω. Όπως εσείς προβλέψατε, αυτή η επίσκεψη δεν θα σας στοιχίσει τίποτα."
"Ευχαριστώ...."
"Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;" ρώτησε στο τέλος ο οικοδεσπότης.
Ο τουρίστας δίστασε και τελικά αποφάσισε να φανεί ειλικρινής.
"Η αλήθεια είναι πως όχι και πολύ. Ήμουν τόσο απασχολημένος με το να προσέχω την άμμο, που δεν μπόρεσα να δω αυτά που είπατε."
"Μα....αυτό είναι φρικτό! Κοιτάξτε, θα κάνω μια εξαίρεση. Θα σας ξαναγεμίσω το κουτάλι, γιατί είναι ο κανονισμός, αλλά τώρα ξεχάστε πόσο θα χυθεί: μένουν δώδεκα λεπτά μέχρι να έρθει ο επόμενος επισκέπτης. Να πάτε και να γυρίσετε πριν φτάσει."
Χωρίς να χάσει χρόνο ο άνθρωπος πήρε το κουτάλι κι έτρεξε μέχρι τη σοφίτα. Όταν έφτασε έριξε μια γρήγορη ματιά σε ό,τι υπήρχε εκεί, και κατέβηκε τρέχοντας στα μπουντρούμια γεμίζοντας τις σκάλες με άμμο. Δεν περίσσευε ούτε μια στιγμή γιατί τα λεπτά περνούσαν, και σχεδόν πέταξε προς το πέρασμα κάτω απο τη σκάλα, όπου, σκύβοντας για να μπει, του έπεσε το κουτάλι και χύθηκε όλο το περιεχόμενό του. Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει έντεκα λεπτά. Ξανά, χωρίς να δει τις πολεμικές μηχανές, έτρεξε μέχρι τον άνθρωπο στην είσοδο, στον οποίο παρέδωσε το άδειο κουτάλι.
"Αυτή τη φορά χωρίς άμμο λοιπόν, αλλά μην ανησυχείτε, έχουμε κάνει μια συμφωνία. Πώς ήταν; Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;"
Ξανά ο επισκέπτης δίστασε μερικές στιγμές.
"Η αλήθεια είναι πως όχι" ομολόγησε στο τέλος. "Ήμουν τόσο απασχολημένος να γυρίσω πριν φτάσει ο επόμενος, που έχασα όλη την άμμο, αλλά και πάλι δεν το ευχαριστήθηκα καθόλου."
Ο άνθρωπος με τη φούστα άναψε την πίπα του και του είπε:
"Υπάρχουν κάποιοι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα, και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν άλλοι που βιάζονται τόσο να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς κι αυτοί να ευχαριστηθούν τίποτα. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν το χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Ανακαλύπτουν και απολαμβάνουν την κάθε γωνιά, το κάθε βήμα. Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο."

Απο το βιβλίο του J.Bucay - Βασίσου πάνω μου

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Μόνο απο έρωτα

ΒΑΔΙΖΩ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥ.
Το δρόμο μου, που έχει μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας: τη δική μου.
Στ’ αριστερά μου, ένας αιώνιος τοίχος χωρίζει το δρόμο μου απ’ το δρόμο κάποιου που βαδίζει δίπλα μου, απ’ την άλλη πλευρά του τοίχου.
Πού και πού, σ’ αυτόν τον τοίχο βρίσκω μια τρύπα, ένα παράθυρο, μια σχισμή…και μπορώ να κοιτάξω το δρόμο του γείτονα ή της γειτόνισσάς μου.
Μια μέρα, καθώς περπατώ, μου φαίνεται ότι βλέπω στην άλλη άκρη του τοίχου μια μορφή που κινείται στο δικό μου ρυθμό, προς την ίδια κατεύθυνση.
Κοιτάζω αυτή τη μορφή: είναι μια γυναίκα. Είναι όμορφη.
Με βλέπει και αυτή. Με κοιτάζει.
Την ξανακοιτάζω.
Της χαμογελώ…μου χαμογελά.
Παίρνει πάλι να βαδίζει το δρόμο της, κι εγώ επιταχύνω το βήμα μου γιατί ανυπομονώ για την επόμενη ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με αυτήν την γυναίκα.
Στο επόμενο παράθυρο κοντοστέκομαι μισό λεπτό.
Όταν εκείνη φτάνει, κοιταζόμαστε μέσα από το άνοιγμα.
Της δείχνω με νοήματα πόσο πολύ μου αρέσει.
Μου απαντά με νοήματα. Δεν ξέρω αν σημαίνουν ό,τι και τα δικά μου, αλλά διαισθάνομαι ότι καταλαβαίνει τι θέλω να της πω.
Νιώθω ότι θα μπορούσα να σταθώ αρκετή ώρα να την κοιτάζω και να την αφήνω να με κοιτάζει, αλλά ξέρω πως ο δρόμος μου συνεχίζεται…
Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως, παρακάτω, να υπάρχει μια πόρτα. Και ίσως να μπορώ να την διαβώ για να συναντηθώ μαζί της.
Τίποτα δεν δίνει περισσότερη σιγουριά από την επιθυμία, κι έτσι επιταχύνω για να βρω την πόρτα που φαντάζομαι.
Αρχίζω να τρέχω με τη ματιά μου καρφωμένη στον τοίχο.
Λίγο πιο κάτω, η πόρτα εμφανίζεται.
Είναι εκεί, στην άλλη πλευρά, η πολυπόθητη πια και αγαπημένη μου σύντροφος. Περιμένοντας…..περιμένοντάς με…
Κάνω μια χειρονομία. Αυτή μου επιστρέφει ένα φιλί με τον αέρα.
Μου κάνει νόημα σαν να με καλεί. Μου αρκεί. Επιταχύνω προς την πόρτα για να βρεθώ μαζί της στη δική της πλευρά του τοίχου.
Η πόρτα είναι πολύ στενή. Περνάω ένα χέρι, περνάω έναν ώμο, ρουφάω λίγο το στομάχι, στρίβω λιγάκι το σώμα μου, σχεδόν καταφέρνω να περάσω το κεφάλι μου….αλλά το δεξί μου αφτί μένει σφηνωμένο.
Σπρώχνω.
Δεν υπάρχει τρόπος. Δεν περνάει.
Και δεν μπορώ να βοηθήσω με το χέρι μου, γιατί δεν περνάει ούτε δαχτυλάκι εκεί μέσα.
Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσω μαζί με το αφτί μου, κι έτσι παίρνω μια απόφαση…(γιατί η αγαπημένη μου είναι εκεί και με περιμένει…γιατί είναι η γυναίκα που πάντα ονειρευόμουν και με καλεί…)
Βγάζω  ένα σουγιά από την τσέπη μου και, με μια γρήγορη κίνηση βρίσκω το κουράγιο να κόψω το αφτί μου για να περάσω απ’ την πόρτα.
Και το καταφέρνω: το κεφάλι μου περνάει.
Αλλά, μετά το κεφάλι μου, βλέπω πως και ο ώμος μου μένει παγιδευμένος.
Η πόρτα δεν έχει το σχήμα του σώματός μου.
Βάζω δύναμη, αλλά δεν υπάρχει λύση. Το χέρι και το σώμα μου έχουν περάσει, αλλά ο άλλος μου ώμος και το άλλο μου χέρι δεν περνούν…
Και δεν με νοιάζει τίποτα, οπότε….Κάνω πίσω, και χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες παίρνω φόρα και ορμώ να περάσω την πόρτα.
Από το χτύπημα, ο ώμος μου εξαρθρώνεται και το χέρι μου μένει κρεμασμένο και άψυχο. Αλλά τώρα, ευτυχώς, σε μια θέση που μου επιτρέπει να περάσω την πόρτα…
Είμαι πια σχεδόν στην άλλη πλευρά.
Μόλις είμαι έτοιμος να ολοκληρώσω το πέρασμα από τη σχισμή, συνειδητοποιώ ότι το δεξί μου πόδι έχει μείνει κολλημένο στην άλλη πλευρά.
Όσο και να προσπαθώ, δεν καταφέρνω να περάσω.
Δεν υπάρχει τρόπος. Η πόρτα είναι υπερβολικά στενή για να περάσει ολόκληρο το σώμα μου.
Υπερβολικά στενή: δεν χωρούν και τα δύο μου πόδια....δε διστάζω. Είμαι σχεδόν δίπλα στην αγαπημένη μου. Δεν μπορώ να κάνω πίσω....έτσι, αρπάζω τον μπαλτά και σφίγγοντας τα δόντια δίνω ένα χτύπημα και κόβω και το πόδι.
Ματωμένος, κουτσός, στηριγμένος στον μπαλτά και με το ένα χέρι εξαρθρωμένο, μ' ένα αφτί κι ένα πόδι λιγότερο συναντιέμαι με την αγαπημένη μου.
"Νά' μαι. Επιτέλους, πέρασα. Με κοίταξες, σε κοίταξα, σε ερωτεύτηκα. Πλήρωσα όλα τα τιμήματα για σένα. Όλα επιτρέπονται στον έρωτα και στον πόλεμο. Δεν έχουν σημασία οι θυσίες. Άξιζε τον κόπο, αν έγιναν για να συναντηθώ μαζί σου, για να μπορέσω να συνεχίσουμε μαζί...μαζί, για πάντα..."
Αυτή με κοιτάζει και της ξεφεύγει ένας μορφασμός.
"Έτσι, όχι...έτσι, δεν θέλω...εμένα μου άρεσες όταν ήσουν ολόκληρος..."

Απο το βιβλίο του Jorge Bucay - Ιστορίες να σκεφτείς

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Ο κύκλος του ενενήντα εννιά

Ζούσε μια φορά και ένα καιρό ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος, που είχε έναν υπηρέτη που ήταν πανευτυχής, όπως κάθε υπηρέτης θλιμμένου βασιλιά.
Κάθε πρωί ξυπνούσε το βασιλιά και του έφερνε το πρόγευμά του τραγουδώντας χαρούμενα τραγουδάκια των γελωτοποιών. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο χαμόγελο κι όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Μια μέρα, ο βασιλιάς τον φώναξε.
«Ποιό είναι το μυστικό σου;» του είπε.
«Ποιό μυστικό, μεγαλειότατε;»
«Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου;»
«Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, μεγαλειότατε.»
«Μη μου λές ψέματα. Έχω κόψει κεφάλια για μικρότερες προσβολές από ένα ψέμα.»
«Δεν σας λέω ψέματα, μεγαλειότατε. Δεν κρύβω κανένα μυστικό.»
«Και γιατί είσαι συνέχεια κεφάτος και ευτυχισμένος; Ε; Γιατί;»
«Μα δεν έχω κανένα λόγο να είμαι θλιμμένος. Η μεγαλειότητά σας  με τιμά που με έχει στην υπηρεσία της. Έχω γυναίκα και παιδιά και ζούμε στο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή και, επιπλέον, η μεγαλειότητά σας μας χαρίζει κάθε τόσο και λίγα χρήματα για να ικανοποιούμε κανένα καπρίτσιο. Πώς να μην είμαι ευτυχισμένος;»
«Αν δεν μου πεις τώρα αμέσως το μυστικό σου, θα διατάξω να σε αποκεφαλίσουν» είπε ο βασιλιάς. «Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μόνο με αυτά που μου είπες.»
«Μα βασιλιά μου, δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Πολύ θα ήθελα να σας ικανοποιήσω, όμως, δεν έχω τίποτα κρυφό.»
«Φύγε, φύγε από μπροστά μου πρωτού φωνάξω το δήμιο!»
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια υπόκλιση και βγήκε από τη σάλα.
Ο βασιλιάς πήγαινε να τρελαθεί. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αυτός, ο βαλές του, ήταν τόσο ευτυχισμένος ζώντας με δανεικά, με μεταχειρισμένα και παλιά ρούχα και τρώγοντας τα περισσεύματα των αυλικών.
Όταν ηρέμησε, φώναξε τον πιο σοφό του σύμβουλό του και του περιέγραψε τη συζήτηση που είχε κάνει το ίδιο πρωί.
«Γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;»
«Α, μεγαλειότατε, επειδή βρίσκεται έξω από τον κύκλο.»
«Έξω από τον κύκλο;»
«Ναι.»
«Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;»
«Όχι, μεγαλειότατε. Έτσι δεν είναι δυστυχισμένος.»
«Δεν καταλαβαίνω. Αν είσαι στον κύκλο είσαι δυστυχής;»
«Ακριβώς.»
«Κι αυτός δεν είναι.»
«Ναι.»
«Και πώς βγήκε;»
«Δεν μπήκε ποτέ.»
«Τί κύκλος είναι αυτός;»
«Ο κύκλος του ενενήντα εννιά.»
«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»
«Βασιλιά μου, θα καταλάβεις μόνο αν μ’ αφήσεις να σου το δείξω στην πράξη.»
«Πώς δηλαδή;»
«Αν μ’ αφήσεις να βάλω τον βαλέ σου στον κύκλο.»
«Ναι, ας τον αναγκάσουμε να μπει.»
«Δεν χρειάζεται, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.»
«Μα, δεν θα αντιληφθεί ότι έτσι θα γίνει δυστυχισμένος άνθρωπος;»
«Θα το αντιληφθεί.»
«Ε, τότε, δεν πρόκειται να μπει.»
«Δεν θα μπορέσει να το αποφύγει.»
«Μου λές ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει και παρ’ όλα αυτά θα μπει και δεν θα μπορεί μετά να βγεί;»
«Έτσι είναι, μεγαλειότατε. Θέλεις να χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη για να καταλάβεις πώς λειτουργεί ο κύκλος;»
«Ναι.»
«Εντάξει τότε. Σήμερα το βράδυ θα περάσω να σε πάρω. Να ετοιμάσεις ένα σακί με ενενήντα εννιά χρυσά φλουριά. Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.»
«Και τι άλλο; Να πάρω και τους φρουρούς μου;»
«Μόνο το σακί με τα χρήματα. Θα τα πούμε το βράδυ, μεγαλειότατε.»
«Σύμφωνοι.»
Πράγματι, τη νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει το βασιλιά. Πήγαν μαζί κρυφά στην αυλή του παλατιού και κρύφτηκαν πίσω από το σπίτι του υπηρέτη. Εκεί περίμεναν να ξημερώσει.
Μέσα στο σπίτι άναψε το πρώτο κερί. Ο σοφός έδεσε στο σακί με τα φλουριά ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ.
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ
ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ
ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε και ξανακρύφτηκε.
Όταν βγήκε ο υπηρέτης, ο σοφός και ο βασιλιάς τον παρακολουθούσαν πίσω από τους θάμνους.
Άνοιξε το σακί, διάβασε το μήνυμα, άκουσε το μεταλλικό θόρυβο του χρήματος και αναρρίγησε. Έσφιξε το θησαυρό στο στήθος του, κοίταξε ολόγυρα μήπως τον παρακολουθεί κανένας και μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι.
Ακούστηκε η κλειδαριά, και ο βασιλιάς με το σοφό πλησίασαν στο παράθυρο να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις του βαλέ.
Είχε ρίξει στο πάτωμα ό,τι βρισκόταν επάνω στο τραπέζι, εκτός από ένα κερί. Καθόταν στην καρέκλα και άδειαζε το περιεχόμενο του σάκου. Τα μάτια του δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν.
Ήταν ένα βουνό από χρυσά φλουριά!
Αυτός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα, τώρα είχε ένα ολάκερο βουνό!Ο υπηρέτης τα χάιδευε και τα έκανε στοίβες. Τα κοίταζε και χάζευε πώς έλαμπαν στο φως του κεριού. Τα συγκέντρωνε και τα σκορπούσε, τα έκανε σωρούς.
Παίζοντας, άρχισε να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι….στο μεταξύ πρόσθετε, είκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα….ώσπου έκανε την τελευταία στοίβα και….ήταν μόνο εννιά φλουριά!
Στην αρχή έψαξε με το βλέμμα το τραπέζι, αναζητώντας ένα ακόμα νόμισμα. Ύστερα κοίταξε στο πάτωμα και μέσα στο σακί.
«Δεν είναι δυνατόν» σκέφτηκε. Έστησε την τελευταία στοίβα με φλουριά δίπλα στις υπόλοιπες και είδε πως ήταν πιο χαμηλή.
«Με λήστεψαν!» φώναξε. «Κερατάδες! Μ’ έκλεψαν!»
Έψαξε ξανά επάνω στο τραπέζι, από κάτω, στο σακί, στα ρούχα του, στις τσέπες του, κάτω από τα έπιπλα…μα δεν βρήκε αυτό που γύρευε.
Επάνω στο τραπέζι, σαν να τον περιγελούσε, στεκόταν μια στήλη με αστραφτερά χρυσά φλουριά και του υπενθύμιζε πως ήταν ενενήντα εννιά. Μόνο ενενήντα εννιά.
«Ενενήντα εννιά φλουριά. Είναι πολλά λεφτά» συλλογίστηκε.
«Μου λείπει όμως ένα. Ενενήντα εννιά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Τα εκατό είναι, αλλά όχι τα ενενήντα εννιά.»
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλός του κοίταζαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν πια το ίδιο. Ήταν σκυθρωπός, τα χαρακτηριστικά του τεταμένα. Τα μάτια είχαν γίνει μικρά και μισόκλειστα, το στόμα του είχε στραβώσει σ’ ένα φοβερό μορφασμό κι έδειχνε τα δόντια του.
Ο υπηρέτης φύλαξε τα φλουριά στο σακί και, κοιτάζοντας ολόγυρα μήπως τον βλέπει κανένας, το έκρυψε ανάμεσα στα καυσόξυλα. Ύστερα, πήρε χαρτί και καλαμάρι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό έπρεπε να κάνει οικονομίες για να αποκτήσει το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος του, μεγαλόφωνα.
Ήταν πρόθυμος να δουλέψει σκληρά για να το αποκτήσει. Ύστερα, δεν θα είχε πια ανάγκη να δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά ζεις άνετα, χωρίς σκοτούρες.
Τελείωσε τους λογαριασμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην μπάντα το μηνιάτικό του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε έντεκα με δώδεκα χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
«Δώδεκα χρόνια είναι πάρα πολλά», σκέφτηκε.
Θα  μπορούσε να πει στη γυναίκα του να ψάξει κι εκείνη για δουλειά στο χωριό για ένα διάστημα. Επιπλέον, εκείνος τελείωνε τη δουλειά του στο παλάτι στις πέντε τι απόγευμα, άρα, μπορούσε να δουλέψει ύστερα ως αργά το βράδυ και να βγάλει κάποια χρήματα.
Έκανε λογαριασμούς. Με την έξτρα δουλειά στο χωριό και τη δουλειά της γυναίκας του θα συγκέντρωνε τα χρήματα σε εφτά χρόνια.
Ήταν πάρα πολύς καιρός!
Ίσως να μπορούσε να πουλήσει στο χωριό το φαγητό που περίσσευε και να κερδίσει κάτι. Πράγματι, όσο λιγότερο έτρωγαν τόσο περισσότερο θα πουλούσαν.
Να πουλήσουν, να πουλήσουν…..
Έκανε ζέστη. Τι τα ήθελαν τόσα χειμωνιάτικα ρούχα; Τι το θέλουν το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια;
Θα έκαναν θυσίες. Όμως, ύστερα από τέσσερα χρόνια θα αποκτούσε το εκατοστό φλουρί.
Ο βασιλιάς και ο σοφός γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννιά.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνη τη νύχτα. Ένα πρωί, ο βαλές μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του βασιλιά χτυπώντας την πόρτα, γκρινιάζοντας, πολύ κακόκεφος.
«Μα τι έπαθες;»
«Τίποτα δεν έπαθα.»
«Δεν πάει πολύς καιρός που όλο γελούσες και τραγουδούσες.»
«Κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω. Τι άλλο θέλει η μεγαλειότητά σας; Να κάνω μήπως και τον γελωτοποιό και τον τραγουδιστή;»
Σε λίγο καιρό, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη. Δεν είναι ευχάριστο να σε υπηρετεί κάποιος που συνεχώς είναι κακόκεφος.
Εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευτεί σ’ αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
Γι’ αυτό, μάθαμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν θα ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…..
Κι επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ τη ζωή….
Τι θα συνέβαινε όμως
Αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας
Και αντιλαμβανόμασταν, έτσι ξαφνικά,
Ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας
Είναι το εκατό τοις εκατό του θησαυρού.
Ότι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα,
Το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός
Από το ενενήντα εννιά.

Αυτό είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,
Για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,
Κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι.

Μια παγίδα για να μη σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε

Και για να μείνουν όλα όπως έχουν.

Αιωνίως τα ίδια!

Πόσα πράγματα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε

Τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι.
Προσοχή όμως….το να παραδεχτείς ότι το ενενήντα εννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε.
Γιατί, άλλο το να παραδέχεσαι και άλλο το να συμβιβάζεσαι.
 
Απο το βιβλίο του Jorge Bucay - Να σου πω μια ιστορία

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Η σοφία του Ρίλκε

"Πρέπει να ζει κανείς τη ζωή μέχρις εσχάτων, στο βάθος της και όχι λογαριάζοντας την καθημερινότητα. Δεν υποχρεούται να πράττει κανείς το κοντινό και το χειροπιαστό εφόσον νιώθει πιο κοντά στο μακρινό, στο απώτερο, στο απώτατο. Δικαιούται κανείς να ονειρεύεται ενόσω κάποιοι άλλοι σώζουν, εφόσον τα όνειρα αυτά του φαίνονται πιο πραγματικά απ' την πραγματικότητα και πιο απαραίτητα απ' το ψωμί.
Με δυο λόγια:
πρέπει να κάνει κανείς μέτρο της ζωής του τη μέγιστη δυνατότητα που φέρει εντός του. Διότι η ζωή μας είναι μεγάλη, και χωρά μέσα της τόσο μέλλον, όσο εμείς μπορούμε να κουβαλήσουμε".

Απο το βιβλίο του Ulrich Baer - Η σοφία του Ρίλκε

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Οικογενειακός κύκλος - ερμητικός κύκλος

Στο περιβάλλον της οικογένειας πολύ συχνά παγιώνονται δυναμικές ακατανόητες φαινομενικά, που ωστόσο αποδεικνύονται απολύτως φυσιολογικές απο ψυχολογική άποψη. Το άτομο υποσυνείδητα παγιδεύεται σε ένα παιχνίδι, αγνοώντας τους πραγματικούς σκοπούς του, και αντιδρά αμυντικά, με πολύ διάχυτους τρόπους άμυνας, προσπαθώντας να βρει προφάσεις για να δικαιολογήσει την εμπλοκή του. Σε βάρος του εαυτού του, προβάλλει πάνω σε επιφανειακά γεγονότα τις αιτίες της αθυμίας του, η οποία ωστόσο ξεκινάει απο εντελώς διαφορετικά πράγματα, η αποκάλυψη των οποίων θα είχε ως αποτέλεσμα να αμφισβητηθούν οι συναισθηματικές αναφορές που ως εκείνη τη στιγμή θεωρούσε δεδομένες. Για άλλη μια φορά, ο επικρατέστερος μηχανισμός είναι εκείνος σύμφωνα με τον οποίο το παιδί προσπαθεί απεγνωσμένα να διασώσει τις γονεϊκές εικόνες. Αυτή τη στιγμή, όμως, η κατάσταση είναι κατάσταση απελπισίας, γιατί οι έμπιστοί του βρίσκονται στο εχθρικό στρατόπεδο. Προδίδοντας την οικογενειακή εξουσία θα μπορούσε να σωθεί, ενώ, παραμένοντας πάση θυσία πιστός σ' αυτήν, παραιτείται απο την προσπάθεια να ανακαλύψει ένα νόημα στη ζωή του. Σε καμιά απο τις δύο περιπτώσεις δεν θα ξεφύγει απο το βαθύ και υποσυνείδητο αίσθημα ενοχής, το οποίο, στην πρώτη περίπτωση, θα συνοδεύεται και απο οδυνηρή μοναξιά.
Φυσικά, με τη δημιουργική προδοσία της οικογενειακής εξουσίας και επιταγής δεν εννοούμε την προδοσία της αγωγής και των ηθικών αξιών, πράξεις όπως ληστείες τραπεζών, εθισμός σε ναρκωτικά ή άλλα. Τέτοια βίαια συμπτώματα συχνά είναι ενδείξεις σοβαρών διαταραχών στη σχέση με την οικογένεια. Το παιδί που δεν κατόρθωσε να ελευθερωθεί απο το χάος και την έλλειψη αγάπης του πατρικού περιβάλλοντος, προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή και να κινήσει το ενδιαφέρον με ακραία συμπεριφορά. Αυτό το παιδί δεν προδίδει το γονιό του αλλά τη δική του δυνατότητα για ικανοποιητική και δημιουργική εξέλιξη της ζωής του. Στο πλαίσιο της θετικής προδοσίας περιλαμβάνεται και η θαρραλέα υποταγή σε κριτική και διερεύνηση όχι μόνο των αξιών  που κληροδοτήθηκαν απο τους γονείς, αλλά και της συνάφειας με την οποία έγινε αυτό καθώς και της υποκειμενικής τους αξίας. Θετική προδοσία της οικογένειας σημαίνει προσπάθεια να στηρίξουμε τη δική μας στάση ζωής πάνω σ' αυτά που νιώθουμε σωστά, παρά το ενδεχόμενο ρήξης με τους γονείς. Αν αυτό σημαίνει η εναλλακτική επιλογή , τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τη σθεναρή αντίσταση της οικογένειας στο να γευτούν τα μέλη της τη δική τους μοναξιά στον κόσμο, δημιουργώντας μέσα τους ένα κρυφό και χωριστό μέρος όπου μπορούν να κινούνται με διαφορετικούς τρόπους για να συναντούν τους άλλους. Το να είμαστε μόνοι και να ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας μέσα σε μια ιδιωτική ατομική διάσταση, χωρίς εξωτερικές αναφορές προϋποθέτει κριτική στάση και τάση ανάλυσης όλων αυτών που μας περιβάλλουν. Η απαγόρευση να ασχοληθούμε με τον πραγματικό μας εαυτό είναι το άμεσο αποτέλεσμα της εικασίας ότι κάθε έρευνα του κόσμου πρέπει να προϋποθέτει πρώτα απ' όλα μια έρευνα αυτών που είναι, και ανέκαθεν ήταν, πιο κοντινά μας.
Η ψυχαναλυτική σχέση, θα μπορούσε να αναπαριστά έναν καινούργιο χώρο, διαφορετικό απ' αυτόν της οικογένειας, μέσα στον οποίο το ιδιαίτερο στοιχείο του ατόμου να μην αφομοιώνεται απο κάτι πρϋπάρχον, αλλά να παίρνει μορφή και να βρίσκει επιβεβαίωση μέσα στην εμπειρία - που εμφανίζεται δυστυχώς για πρώτη φορά - του σεβασμού της ατομικότητας. Ο ρυθμός, ο προσωπικός χρόνος κίνησης του ατόμου είναι ιερός και δεν παραβιάζεται ούτε εκμηδενίζεται ποτέ στην ψυχανάλυση, ούτε απαιτείται η αντιπαραβολή του με την ανωνυμία του συλλογικού ρυθμού. Αντίθετα, αυτός ο ρυθμός αναγνωρίζεται ως συστατικό στοιχείο της προσωπικότητας, ως μια πλευρά ενός ιδιαίτερου ύφους, που έχει αξία απο μόνο του. Αυτό ισχύει επίσης, και κυρίως, σε σχέση με την κοινή σε όλους εμπειρία της προδοσίας. Σε αντίθεση, ένα απο τα βασικά στοιχεία της ψυχαναλυτικής θεραπείας, μια υπόθεση την οποία θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική, είναι αυτό που θα μπορούσε να συνοψισθεί ως "η απουσία της προδοσίας". Η προδοσία επανεκτιμάται εντελώς μέσα στην αναλυτική σχέση, χάρη στην ιδιαιτερότητά της, όπου:

"η προδοσία δεν είνα πλέον εγκατάλειψη, παράδοση του άλλου σε ένα ανούσιο κενό ή ακραία απόρριψη - αφού η παρουσία του ψυχαναλυτή είναι δεδομένη - αλλά παραδοχή της πιθανότητας αποτυχίας και της ανθρώπινης αμφιθυμίας. Ο ψυχαναλυτής δημιουργεί σχέσεις με τον ασθενή με όλο του το είναι, αποκαλύπτοντάς του εκείνες τις πλευρές στις οποίες η αυθεντικότητα, ο σεβασμός και η αποδοχή υπερέχουν αποιασδήποτε αλλαγής συμπεριφοράς. Μ' αυτή την έννοια μπορούμε να μιλούμε για μια ουσιαστική ¨απουσία προδοσίας" που προσφέρει τις νέες παραμέτρους ερμηνείας του κόσμου, το νέο μοντέλο συμπεριφοράς" (Carotenuto, 1989).

Απο το βιβλίο του Aldo Carotenuto - Αγάπη και προδοσία, εγκώμιο σχεδόν της προδοσίας.